Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Επαγγελματα που χανονται στο χρονο




Η τεχνολογική πρόοδος προκάλεσε αλματώδεις αλλαγές στη
ζωή του ανθρώπου και στον πολιτισμό. 
Παραδοσιακές ασχολίες και επαγγέλματα χάθηκαν ή άλλαξαν
μορφή....


Ο Ρινιαστής

Ερινοι λέγονται τα αρσενικά σύκα [οι ορνιοί] που βάζουν οι συκοπαραγωγοί στις συκιές για να γονιμοποιηθούν και να κάνουν σύκα. Αυτά είναι σύκα που τα παίρνουν από αρσενικές συκιές ή αγριοσυκιές και τα περνούν σε κλωστές για να είναι εύκολο το κρέμασμα στις κανονικές [θηλυκές] συκιές. Ετσι όταν οι έρινοι ξεραθούν σκάζουν και βγαίνουν από αυτούς τα ωάρια της γονιμοποίησης που με τα έντομα και τον αέρα γονιμοποιούν τα άλλα. Οι άνθρωποι αυτοί που μάζευαν, αποθήκευαν και πωλούσαν τους ορνιούς ή ερινιούς λέγονταν ερινιαστές ή ρινιαστές.



Γαλατάς

Ο γαλατάς ήταν ο πρώτος πλανόδιος μικροπωλητής της ημέρας. Φόρτωνε τα γκιούμια με το φρέσκο γάλα στο γαϊδουράκι του και ξεκινούσε πρωί-πρωί απ' το χωριό του για την πόλη. Έπρεπε να προφτάσει να εξυπηρετήσει όλους τους πελάτες. Την ίδια πάντα ώρα, πιστό στο ραντεβού, έδενε σε κάποιο δέντρο το ζώο του και ξεκινούσε το μοίρασμα.

Έπαιρνε στο ένα χέρι το γκιούμι (βαθύ μπακιρένιο σκεύος με στόμιο) και στο άλλο τη μικρή κούπα, που ζύγιζε 1/2 της οκάς και χτυπούσε τις πόρτες. Ήξεραν οι νοικοκυρές κι έβγαιναν με την μπακιρένια κανάτα ή την κατσαρόλα στο χέρι. Μερικές πάλι για να μη σηκωθούν απ' το κρεβάτι, άφηναν στην εξώπορτα το κατσαρολάκι να το γεμίσει ο γαλατάς. Το γέμιζε αυτός και έβαζε και μια πέτρα από πάνω για να μην αναποδογυρίσει το σκεύος καμιά γάτα.


Είχε συνήθως μόνιμους πελάτες, αν όμως τύχαινε και του περίσσευε γάλα, τότε έπαιρνε τους δρόμους φωνάζοντας: "Ο γαλατάς! Φρέσκο, ολόπαχο γάλα!" μέχρι να το πουλήσει όλο και να γυρίσει στο χωριό του.

Τα χωριά γύρω από τη Θεσσαλονίκη τότε είχαν πολλή κτηνοτροφία. Αγελάδες, πρόβατα, κατσίκες. Άρμεγαν πρωί και βράδυ, κρατούσαν αυτό που ήταν να κάνουν τυρί ή γιαούρτι και το υπόλοιπο το πουλούσαν. Ο κόσμος στην πόλη το αγόραζε, επειδή ήταν φρέσκο και ολόπαχο. Δεν είχε καμιά σχέση μ' αυτό που πίνουμε σήμερα.

Μέχρι τη δεκαετία του '70 περνούσαν ακόμη γαλατάδες απ' τις γειτονιές. Με τη λειτουργία όμως των εργοστασίων γάλακτος, χάθηκαν.


Ο ξυλοκερατάς

Ο ξυλοκερατάς ήταν ειδικός στην επεξεργασία των κεράτων των ζώων και ιδίως των κριαριών. Οταν πάρουμε κάποιο κέρατο από ζώο και ιδίως από κριό, επειδή αυτό έχει σαν συστατικό το βούτυρο και την κερατίνη και άλλα υλικά, και το ζεστάνουμε αυτό γίνεται εύπλαστη ύλη. Έτσι ο τεχνίτης μπορεί να κάνει κοχλιάρια κοινώς χουλιάρια ή κουτάλια, πιρούνια, τσατσάρες, κουμπιά και ότι άλλο σοφιστεί εκείνη τη στιγμή. Το πελέκημα που κάνει σε αυτά τα κέρατα μπορεί να είναι ένα σκάψιμο για να γίνει κάποιο κουτάλι που θέλει πλατύ κεφάλι .Αυτό γίνεται με αιχμηρό εργαλείο, φαλτσέτα ή κοφτερό μαχαίρι. Αυτά τα υλικά από το κέρατο, μπορούσαν να συνδυαστούν και με ξύλινη λαβή , καμιά φορά για οικονομία στα μαχαίρια και στα πιρούνια... Πολλές φορές ατόφια εχρησιμοποιούντο για λαβές σπαθιών, κρητικών μαχαιριών, κατασκευές χτενών και πολλών άλλων διακοσμητικών ειδών. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν χαυλιόδοντες από αγριογούρουνα, όπως και ελεφαντόδοντες .Πολλά είδη στολισμού των γυναικών στην αρχαιότητα, όπως τα περιδέραια ήταν από κόκαλα, όπως και πολλά γεωργικά εργαλεία. Αρα δεν είναι των τελευταίων ετών η δουλειά του ξυλοκερατά.


Ο Σαματατζής

Ο σαματατζής ήταν πληρωμένος ταραξίας δημοσίων συγκεντρώσεων είτε από κάποια πολιτική ή συντεχνιακή παράταξη είτε μεμονωμένο υποψήφιο, έτσι που να είναι έτοιμος να δράσει σε κάποια δεδομένη στιγμή. Όταν ο εκπρόσωπος κάποιας παράταξης δυσκολευτεί να συνεχίσει σε κάποια κόντρα, ο σαματατζής θα επέμβει με φωνές και ακατονόμαστες φράσεις που να διεγείρει το θυμό των άλλων, ώστε να διακοπεί η συνεδρίαση. Θα μπορούσε να ήταν και ομάδα σαματατζήδων και όχι ένας.Τέτοιες ομάδες δεν είχαν ιδεολογία αλλά ήταν ευκαιριακοί χειροκροτητές, τοιχοκολλητές, αβανταδόροι και παρατρεχάμενοι. Κινδύνευαν καμιά φορά να παρεξηγηθούν, να στριμωχτούν και να φάνε ακόμη και ξύλο. Μα και αυτό ήταν στο πρόγραμμα. Βλέπεις τα αγαθά «κόποις κτώνται» που λέγανε και οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι. Μα θα μου πείς είναι δουλειά αυτή βρέ φίλε. Προκειμένου να είσαι σαν τους άλλους που τρώνε ξύλο στα κέντρα διασκεδάσεως γιατί χαλάνε την παραγγελιά, είναι προτιμότερο να χαλάς μια συγκέντρωση που στο κάτω - κάτω μπορείς να φας ή και να δώσεις ξύλο. Ο καρπαζοεισπράκτορας, ήταν αυτός που μάζευε καρπαζιές από υποτίθεται παλικαράδες. Έτρωγε τις καρπαζιές του και αργότερα έπαιρνε τα λεφτά του.Αν θα τους ρωτούσαν όλους αυτούς που περιγράψαμε, τί επάγγελμα κάνουν θα μας απαντούσανε με στόμφο:ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ.Αυτό ακριβώς ήταν. Επιχειρούσαν και ότι βγεί.


Κολαουζέροι

Οι κολαουζέροι ήταν επιφορτισμένοι με το μέτρημα του χρόνου που χρειαζόταν κάποιος βουτηχτής σφουγγαριών να παραμείνει στη θάλασσα. Δεν είχαν ρολόγια για να μετρούν τον χρόνο, αλλά είχαν την γνωστή μας κλεψύδρα. Η κλεψύδρα είναι διπλό γυάλινο δοχείο που έχει δύο κοιλιές. Για να μετρήσουν τον χρόνο γεμίζουν με νερό την μιά κοιλιά και την αναποδογυρίζουν για να μεταφερθεί το νερό με το σταγονόμετρο που λέγανε, στην άλλη. Η αντίστροφη θέση της κλεψύδρας χρειαζόταν πάλι τον ίδιο χρόνο. Στην αρχή ήταν πήλινα δοχεία, αργότερα έγιναν γυάλινα και τελευταία από διαφανές υλικό. Τώρα δε χρειάζονται γιατί τον χρόνο τον μετράμε με ρολόγια. Αλλες κλεψύδρες δούλευαν με ψιλή άμμο ή χρωματιστά υγρά. Ο κολαουζέρης, κατά διαταγή του αφεντικού του, όταν μάλιστα είχαν βρεί καλό πάγκο και έβγαζαν πολλά σφουγγάρια, παρέτεινε το χρόνο παραμονής του σφουγγαρά στη θάλασσα. Τούτο είχε σαν συνέπεια να παθαίνουν πολλές ζημιές οι βουτηχτάδες από τη νόσο των δυτών. Για να γίνει καλά κάποιος δύτης που είχε πάθει ζημιά έπρεπε να πάθει και δεύτερο τράνταγμα για να επανέλθει στα συγκαλά του. Μαντζαρόλι λεγόταν το άδειασμα της κλεψύδρας. Η φράση και στον κολαουζέρη κρέμεται η ζωή μας τα λέει όλα. Σήμερα εμείς λέμε για κάποιον που μας παρακολουθεί. Μας παριστάνει τον κολαούζο, ή για κολαούζο σε πείραμε και όχι για κολαουζέρη.


Γουναράς Αλεπούς και Ατσίδα

Ο ατσίδας είναι είδος κουναβιού με πολύ δυνατή όσφριση. Ετσι εντοπίζει εύκολα τη νύχτα τις κότες που όταν τις βρεί τις πνίγει και τους ρουφάει το αίμα.Είναι παμφάγο και τρώει σταφίδες σύκα και όλα τα φρούτα που υπάρχουν στους κήπους. Πιό πολύ μοιάζει με το κουνάβι ή το σκίουρο [γκρί-καφετί]. Πιανότανε με δόκανο στο χιονιά, με δόλωμα σύκο ή κρέας. Ο κυνηγός τον έπιανε και τον έγδερνε. Πούλαγε το δέρμα για τη γούνα που έβαζαν οι γυναίκες στα παλτά [μινγκ]. Γιά την αλεπού είχαμε ειδική άδεια από τα Δασαρχεία και Νομαρχίες να τη σκοτώνουν γιατί ήταν στα επικυρηγμένα ζώα. Ετσι οι κυνηγοί έστηναν καραούλι να σκοτώνουν επικυρηγμένα ζώα. Πήγαιναν τα πόδια ή τις ουρές και τις παρουσίαζαν στα τοπικά γραφεία. Επαιρναν το χαρτζιλίκι και ευχαριστημένοι έφευγαν. Το ίδιο γινόταν και με άγρια πουλιά, όπως καρακάξες, κίσσες, κοράκια και κουφογερακίνες. Ολα αυτά ήταν αρπαχτικά και έτρωγαν τα κοτόπουλα. Ευτυχώς που εναντιώθηκαν διάφορες Οικολογικές οργανώσεις και μείς σήμερα μπορούμε να δούμε κάποιο που περίσσεψε από τότε και που κινδυνεύει σήμερα πολύ περισσότερο από τα φυτοφάρμακα. Τις ουρές τις έπαιρναν γουναράδες και έκαναν διάφορες γούνες. Οι πιό καλές ουρές των αλεπούδων είναι οι Καναδέζικες. Από τα υπολείματα αυτών των κοματιών κάποιοι άλλοι επιτήδιοι [ατσίδες] έκαναν διάφορα μικροσκοπικά ζωάκια. Αυτά τα έβαζαν σε σελοφάν και τα πουλούσαν στα ζαχαροπλαστεία και σε άλλα καταστήματα σαν είδη δώρων. Αυτό το εμπόριο το είχα κάνει κι εγώ όταν πρωτοξεκίνησε στην Αθήνα από τον Στέλιο Τζανταρμά που το εμπνεύστηκε. Το κακό με αυτόν ήταν ότι έπαιρνε γούνες γυναικών γιά διόρθωμα και στο τέλος οι γούνες γίνονταν σκυλάκια


Ο Καπνοδοχοκαθαριστής

Ο καθαριστής της καμινάδας ήταν παλιός επαγγελματίας που κατά τη δουλειά του ανήκε στη μαύρη φυλή και όταν πήγαινε στο σπίτι του και πλενόταν ήταν στη λευκή.Ο καθαριστής ή μάλλον οι καθαριστές, γιατί ήταν δυό και τρείς, ήταν ειδικοί στον καθαρισμό της καπνιάς της καμινάδας των σπιτιών, γραφείων, δημοσίων χώρων, ταβερνών, φούρνων και αλλού. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήσαν πρωτόγονα γιατί δεν υπήρχαν τα σημερινά βοηθήματα. Είχαν σκοινιά, αφάνες, τσαλιά, πανιά ξύστρες, σκάλες και γάντζους. Πήγαιναν σε κάποια οικοδομή και άρχιζαν την εργασία τους.Εκαναν αναγνώριση του χώρου. Κάποιος ανέβαινε στην κορυφή της καμινάδας και κρεμούσε ένα σκοινί. Ο άλλος που ήταν κάτω στο τζάκι, έδενε από το σκοινί τα φρόκαλα, τσαλιά, αφάνες και όσα άλλα είχε που θα μπορούσαν να ξύσουν την κάπνα που υπήρχε στο εσωτερικό της καμινάδας.Η μουτζούρα έπεφτε στο τζάκι και την μάζευαν και την έδειωχναν από αυτό. Επειδή πολλές φορές η κάπνα ήταν λαδωμένη και έπεφτε επάνω τους, δεν έβγαινε χωρίς σαπούνι. Επρεπε να πάνε στα σπίτια τους, να πληθούν με καφτό νερό για να βγεί. Δεν χρειαζόταν να τον ρωτήσεις τί δουλειά έκανε γιατί από τα ρούχα του και τη μουτζούρα του καταλάβαινες ότι ήταν καθαριστής μουτζούρας, καπνιάς καμινάδας και όχι μπαρουτοκαπνισμένος


Ο Ντιβανάς [για συρμάτινα ντιβάνια]

Ντιβανάς είναι ο κατασκευαστής ντιβανιών, κρεβατιών με συρματένιο δίκτυ. Επίσης, είναι και ο επιδιορθωτής ντιβανάς. Εμείς αυτόν θα περιγράψουμε που γύριζε στις γειτονιές με ένα ζεμπίλι με μιά κουλούρα σύρμα, δυό τανάλιες, πένσες, καρφιά, σφυριά και μερικά άλλα εξαρτήματα. Στις γειτονιές που πήγαινε φώναζε και ξαναφώναζε ο ντιβανάς "ντιβάνια επισκευάζω" και ότι άλλο του ερχόταν στο μυαλό. Ηταν δύσκολη δουλειά γιατί τα ντιβάνια έστω και χαλαρωμένα χρησιμοποιούνται. Δεν είναι σαν τα πάνινα που σκίζονταν και έπεφτες στο πάτωμα. Η κυρά έβγαζε στην αυλή το ντιβάνι και αυτός σαν ειδικός του έριχνε την πρώτη ματιά και έκοβε ταρίφα. Μαντάμ να του βάλουμε ανοξείδωτο ή γαλβανιζέ σύρμα που να μη κόβεται και να μη σκουριάζει. Αμα είναι έτσι πάει τόσο, άμα είναι αλλιώς πάει τόσο κ.λ.π. Η συμφωνία κλεινότανε και ο τεχνίτης μάστορας άρχιζε τη δουλειά. Εσφιγγε με κάποια μέγγενη τις άκρες, που τις τέντωνε να πάρουν την ευθεία του κρεβατιού και να μην κάνουν γούβα. Αυτό ήταν το στιμόνι που λένε στον αργαλειό. Μετά έπαιρνε τα κάθετα σύρματα [υφάδια] και τα τέντωνε και αυτά και τα κάρφωνε στις σανίδες. Εβαζε και το στρώμα και έτσι η κυρά μπορούσε να κοιμηθεί και επί τέλους να τεντώσει τα πόδια της. Σήμερα και αυτός έχασε τη δουλειά του γιατί τα κρεβάτια είναι ξύλινα και κάτω από το στρώμα υπάρχουν σανίδες.Τα στρώματα είναι πολύ καλά, ανατομικά και έτσι έπαψε η ταλαιπορία με τα σύρματα που λύγιζαν και που καμιά φορά τρυπούσαν και τα στρώματα.


Ο Τσοχατζής

Ο τσοχατζής είναι ο κατασκευαστής της τσόχας. Τσοχατζόπουλο είναι το παιδί του τσοχατζή. Ο τσοχατζής λοιπόν ήταν ο κατασκευαστής, ο εργάτης, ο έμπορος της τσόχας. Η τσόχα είναι ύφασμα ή σχοινί από τρίχες γίδας ή τράγου. Από τις τρίχες, αυτές έχουμε γράψει και αλλού, με ειδική κατεργασία, φάρμακο, ζέσταμα κάνουν τα πιλήματα που είναι η πρώτη ύλη για την κατασκευή των καπέλων που οι αμερικάνοι ή εμείς λέγαμε ρεπούμπλικες. Οι τσαντίλες των λειτρουβιών, το σαμαροσκούτι ήταν από τσόχα, οι κάπες των βοσκών το ίδιο. Τα μαθητικά και στρατιωτικά πιλήκια ήταν και αυτά τσόχινα.
Γιά να γίνει η τσόχα χρειάζεται επεξεργασία του μαλλιού.Θέλει πλύσιμο, χτένισμα, κούρεμα και τοποθέτηση σε βάση που να είναι ισοπαχές όταν βγεί σε όλα τα μέρη. Ψεκάζεται με φάρμακο, ζεσταίνεται και πιέζεται σε ειδικό φούρνο, ούτως ώστε όλες οι τρίχες να γίνουν ένα σώμα. Από εκεί και πέρα παίρνει το σχήμα του καλουπιού.

Ο Ασημιτζής

Ο ασημιτζής ήταν κασσιτερωτής μικρών οικιακών αντικειμένων. Ηταν γανωτζής και γάνωνε τα κουταλοπείρουνα. Είχε ένα μικρό καλούπι που ζέσταινε και έλυωνε μέσα το καλάϊ και μέσα στο μείγμα αυτό έβαζε τα κουταλοπείρουνα που τα κρατούσε με μιά τσιμπίδα.

Τα καθάριζε με νέφτι, άμμο,χαλίκια, λεμονόκουπες, συκόφυλλα και ότι άλλο πρόχειρο έβρισκε.Ανάλογα με το πόσα κομάτια γάνωνε ήταν ανάλογη και η αμοιβή του. Τον έλεγαν ασημιτζή γιατί τα επικασσιτερωμένα κουταλοπείρουνα έμοιαζαν σαν να ήσαν ασημένια.

Αν κάποιος είχε πολλά λεφτά, μπορούσε να βάλει ακόμη και ασήμι.

Τώρα δεν χρειάζεται ο ασημιτζής γιατί όλα αυτά τα αντικείμενα είναι ανοξείδωτα και μάλιστα επάργυρα ή επίχρυσα. Αντε συ τώρα να φωνάξεις γανωματή να σου γανώσει τα κουταλοπείρουνα ή όπως τα έλεγαν τότε τα χουλιάρια. [κοχλιάρια] που έκανε ο χουλιαράς.

Ο Τσιμισκής

Ο τσιμισκής ήταν ο κατασκευαστής των τσιμισκιών. Αυτά είναι τα καλαθάκια που γίνονται με πρώτη ύλη το βούρλο ή την κύπερη. Τα τσιμίσκια είναι λοιπόν τα καλαθάκια που χρησιμοποιούν οι τυροκόμοι να βάζουν το τυρί που πήζουν κατά τον χρόνο της τυροκομίας.

Τα βούρλα βγαίνουν το φθινόπωρο και ξεραίνονται. Οταν ο κατασκευαστής χρειάζεται να δουλέψει το βούρλο, το βάζει στο νερό. Αυτό μαλακώνει και μπορεί να λυγίζει και να πλέχεται. Αλλο είδος βούρλου είναι και η κύπερη. Τα ψαθιά δεν συνηθίζονται στην κατασκευή των καλαθιών. Τα κοφινέλλα ή κιούρκοι είναι πάλι πλεκτά καλάθια με κάποιο είδος βούρλου που υπάρχει στη Σκάλα Λακωνίας. Αυτό έχει καλαμένια θωριά που θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει ότι είναι κάποιο είδος μπαμπού.

Γνώρισα μιά κυρία στη Μικρή Μαντίνεια της Καλαμάτας που έπλεκε κιούρκους για φωτιστικά μέσα και όχι για ψάρεμα. Μου εξήγησε πολλά πράγματα και θαύμασα την τεχνική της.

Στη Νάξο κάνουν τσιμίσκια για τροβόλια. Κάνουν δηλαδή καλαθάκια για το τυρί.

Ενοικιαστής μπαλκονιού - ταράτσας

Ενας άλλος τρόπος εξοικονόμησης χρημάτων ήταν και η ευκαιριακή εκμετάλλευση πραγμάτων, μπαλκονιών, καρότσας αυτοκινήτου, οικοπέδου και άλλων χώρων, που γειτόνευαν με κάποια εμπορική δραστηριότητα. Σήμερα αυτό έγινε επάγγελμα και το συναντάμαι στα υπαίθρια πάρκιν. Το φαινόμενο παρουσιάστηκε από την αύξηση του πλήθους των αυτοκινήτων στα Αστικά Κέντρα. Κάποιοι που είχαν οικόπεδα κοντά σε εμπορικά κέντρα, πλατείες, στενούς δρόμους, κέντρα πόλεων κ.λ.π. σκέφτηκαν να ενοικιάσουν αυτούς τους χώρους. Ετσι όχι μόνο βγάζουν τα προς το ζείν αλλά και πλουτίζουν. Ετσι έγιναν τα υπόγεια,υπέργεια πάρκινγκ.λ.π.

Παλαιότερα όμως που οι δρόμοι ήταν άδειοι και οι άνθρωποι πήγαιναν μέσα στις πόλεις με τα πόδια να δουν ένα υπαίθριο σινεμά,έναν αγώνα ποδοσφαίρου και δεν είχαν λεφτά, πήγαιναν σε μπαλκόνια των σπιτιών που ήσαν δίπλα σε τέτοιους χώρους.

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού εισέπραττε από κάθε θεατή,περίπου το ένα τρίτο του εισητηρίου ή κάποιο άλλο ποσό που όπωσδήποτε ήταν μικρότερο από το τίμημα του εισητηρίου. Γέμιζε τα μπαλκόνια με καθίσματα. Κερνούσε κάποιο νερατζάκι, γλυκό του κουταλιού, καφεδάκι και οπωσδήποτε παγωμένο νερό.

Κάθε φορά που άλλαζε το έργο στο θερινό σινεμά,γινόταν το έλα να δείς. Ετσι η πελατεία ήταν αυξημένοι. Οι ενοικιαστές των χώρων ήταν και τυπικά καλυμμένοι από φοροδιαφυγή γιατί αν τους έκανε έλεγχο η Εφορία, δήλωναν ότι όλοι οι θεατές, ήταν φίλοι και συγγενείς, και ότι κανείς δεν είχε πληρώσει δραχμή.

Το πρόβλημα ήταν με τους ιδιοκτήτες των σινεμά που έχαναν πελάτες. Γνώριζαν και αυτοί την περίπτωση και αμείνονταν βάζοντας εμπόδια στο φράχτη,στον τοίχο ή έστριβαν την οθόνη αλλού. Τούτο το έκαναν πολύ τα «ντράϊβ ιν», που ήσαν δίπλα σε λεωφόρους ή δημόσιους δρόμους. Αυτοί πάντα είχαν την οθόνη στο δρόμο και οι θεατές πάντα κοίταζαν προς το δρόμο. Ετσι ήταν αδύνατο στους περαστικούς να δούν την ταινία.

Στα γήπεδα, όσοι είχαν ταράτσες, τους ανέβαζαν εκεί. Πολλές φορές τους έδειωχνε η αστυνομία με τη δικαιολογία, ότι θα κατρακυλήσει η ταράτσα και θα έχουμε ατύχημα.

Τσαμπατζήδες πολλοί είναι στα υπαίθρια Θέατρα, όπως στο Λυκαβυτό, του Φιλοπάππου και αλλού. Εκεί δεν ξέρω αν κάποιοι κατορθώνουν να νοικιάσουν τη θέση, θα μάθω και θα σας πώ.

Σε άλλες περιπτώσεις,όπως παρελάσεις, Εθνικές γιορτές,σπουδαίους γάμους, πολλοί νοίκιαζαν καρότσες αυτοκινήτων.

Οι εποχές φυσικά ήταν οι λεγόμενες παλιές και δεν υπήρχε παραξήγηση. Αντιθέτως ήταν υπερηφάνεια και εξυπνάδα να το λές ότι βλέπεις από μπαλκόνι,ταράτσα και καρότσα.

Οι Καϊκτσήδες

Εεει καϊκτσή...για που το';βαλες σήμερα, ακούγεται η φωνή του πελάτη που βιαστικός κατέβαινε στο μουράγιο να βρεί κάποια βάρκα, κάποιο μεταφορικό μέσο να πάει στο απέναντι νησί η ακτή. Ο καϊκτσής λοιπόν ήταν ιδιοκτήτης βάρκας ή καϊκιού που μπορούσε με ναύλο να μεταφέρει πρόσωπα και πράγματα στην απέναντι στεριά.

Μπορούσε να μεταφέρει ανθρώπους για κάποιο πανηγυράκι, ζώα για κάποιο άλλο νησί. Μπορούσε να μεταφέρει άμμο, χαλίκι, ξυλεία δέματα και ακόμη και συμπεθεριά. Ετσι οι καϊκτσήδες ήταν περιζήτητοι.

Στον Αλμυρό Καλαμάτας είχαν σωματείο μεταφορέων, όπως και σε άλλα μέρη. Τον ονόμαζαν μάλιστα και Μανιάτικο στόλο. Ήταν πιο εύκολο να γίνει κάποιος Προθυπουργός παρά να μπεί στο σωματείο των βαρκάρηδων.

Η δουλειά τους όμως ήταν πολύ δύσκολη γιατί είχαν να παλαίψουν με τα πανιά, τον καιρό, την κούραση στο φόρτωμα και ξεφόρτωμα και πολλά άλλα. Καλά αν ήταν ημέρα ήταν πιό εύκολα,αν νύχτωναν όμως ήταν πολύ δύσκολα.Θα μου πείς ήταν έμπειροι καπετάνιοι και γνώριζαν τον καιρό και τις αποστάσεις .Μία απόσταση ας πούμε πέντε μιλίων άλλοτε την έκαναν σε μισή ώρα και άλλοτε σε πέντε ώρες . Ήταν θέμα καιρού. Αν άλλαζε ο καιρός και αυτοί άλλαζαν τακτική.

Ολα αυτά φυσικά ξαλάφρωσαν, όταν μπήκε η μηχανή στις βάρκες, Ετσι σταμάτησαν τα πανιά. Μα αυτό έφερε και άλλη δυσκολία Βγήκαν τα αυτοκίνητα και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που τους πήραν τη δουλειά.

Καϊκτσήδες ήταν και αυτοί που είχαν τα γρι-γρι. Αυτοί έδεναν πέντε με δέκα βάρκες πίσω από το καϊκι και μέσα στην κάθε μία άφηναν έναν ψαρά να ανάβει την ψαρόλαμπα να μαζεύονται τα ψάρια και να τα πιάνουν οι άλλοι με τα δίχτυα

Ο Ρασοπάτης

Ο ρασοπάτης ήταν εργάτης που δούλευε άλλοτε μόνος του και άλλοτε σε συνεργασία με άλλους.
Η δουλειά του ήταν όπως το λέει και η λέξη να πατάει τα μάλλινα υφάσματα να τα κάνει ράσινα.

Για να πάρει κάποιος μιά γεύση της δουλειάς αυτής θα πρέπει να πάει στην νεροτριβή. Αυτή είναι μία εγκατάσταση που υπάρχει σχεδόν πάντα δίπλα στους νερόμυλους. Εχει το βαγένι που φέρνει το νερό και πέφτει μέσα από το σιφούνι με δύναμη στη χούρχουρη. Εκεί στροβιλίζει τα ρούχα που υπάρχουν μέχρι που να τα αναμαλλιάσει. Άλλωστε γι αυτό και τα βάζουν εκεί μέσα που είναι σαν κάποια στρογγυλή δεξαμενή. Εκεί μέσα ο μυλωνάς βάζει το νερό του μύλου, όταν αυτός δεν αλέθει σιτάρια, ή εκεί πάει το νερό που περισσεύει.

Μέσα λοιπόν σε αυτή τη χούρχουρη ρίχνουν τα μάλλινα ρούχα του αργαλειού να φουσκώσουν και να γίνουν κιλίμια, φλοκάτες και άλλα κλινοσκεπάσματα όπως αντρομίδες, μάλλινες κουβέρτες, σαϊσματα. βελέντζες κ.λ.π.

Οι ρασοπάτες λοιπόν, έκαναν τη δουλειά της νεροτριβής. Ήταν σε μέρη που δεν υπήρχε πολύ νερό, όπως στα ξερονήσια Καθιστοί λοιπόν χτυπούσαν ρυθμικά τα πόδια τους πάνω στο μάλλινο ρούχο που κάποιοι άλλοι το έβρεχαν ταυτόχρονα για να φουντώσουν οι τρίχες και να γίνουν φλοκάτες. Με κάποιο τραγούδι η ρυθμό συντονίζονταν όλοι οι ρασοπάτες μαζί και έτσι είχαν πιό γρήγορο και πιό καλό αποτέλεσμα. Στα νησιά που δεν υπήρχαν πολλά νερά βρήκαν αυτόν τον τρόπο να κάνουν τα μάλλινα ρούχα ράσινα.

Οι ρυθμικές κινήσεις , οι ρυθμοί και τα τραγούδια συνώδευαν τη δουλειά τους που μπορεί το νερό να τους δρόσιζε τα πόδια αλλά τους δυσκόλευε τη μέση.

Ετσι τώρα που υπάρχουν τα εργοστάσια και κάνουν τα χαλιά και τις φλοκάτες οι ρασοπάτες αναγκάστηκαν να κάνουν άλλη δουλειά. Ποια, άντε βρες το. Μπορεί και να έγιναν εργοστασιάρχες. Μακάρι...

Ο σχοινάς

Ο σχοινάς είναι ο κατασκευαστής σχοινιών. Τα σχοινιά, τριχιές, κάβοι και άλλα κατασκευάσματα είναι απαραίτητα στη ζωή των ανθρώπων είτε αυτοί βρίσκονται στη θάλασσα,είτε στην πόλη είτε στο χωριό. Ανάλογα με το σκοπό που προωρίζονται τα σχοινιά, είναιτο πάχος,η ποιότητα και το μέγεθος τους. Αν ας πούμε προορίζονται γιά κάβους, είναι χοντρά, ειδικά πλεγμένα και έχουν ειδικές θηλιές και δεσίματα και κόμπους. Οι ναυτικοί έχουν ολόκληρη επιστήμη στο δέσιμο, το μάτισμα και τη χρησιμοποίηση των χοντρών και ασήκωτων καραβόσκοινων.

Στα χωριά χρειάζονταν τριχιές για τοδέσιμο ή τα φορτώματα των ζώων. Όσοι δεν είχαν λεφτά να πάρουν σχοινιά από το εμπόριο τα κατασκεύαζαν μόνοι τους. Υπήρχε κάποιο μηχάνημα που το αποτελούσαν διάφοροι κύλινδροι που έστριβαν τις κλωστές και το σχοινί αποκτούσε το πάχος που ήθελαν. Αυτό ήταν φορητό και ο κάτοχος του μπορούσε να το περιφέρει από γειτονιά σε γειτονιά. Αν είχε δικά του υλικά ή της κυράς που τον καλούσε ήταν θέμα συμφωνίας.

Το υλικό μπορούσε να είναι από μαλλί, λινάρι, τζίβα, χόρτο, σπάρτο και παλαιά άχρηστα σχοινιά. Όταν δεν είχαν από όλα αυτά, χρησιμοποιούσαν κουρέλια που τα έπλεκαν σαν πλεξίδες και τα χρησιμοποιούσαν για σακούλια, τορβάδες, κομποσκοίνια και άλλα

Ο καμπανάς

Στη Στεμνίτσα υπήρχε εργαστήρι που έκαναν οι καμπανάδες τα κουδούνια και τις καμπάνες των εκκλησιών. Άλλοι έκαναν τα κυπροκούδουνα και όλα τα « γριγκιράκια», που ήταν απαραίτητα όπως
τα κουδούνια των ζώων.

Για να κατασκευάσουν μια καμπάνα κάνουν τα καλούπια από χώμα και άμμο. Μέσα σε αυτά πέφτει το υγρό υλικό που δεν είναι άλλο από τον ορείχαλκο. Οι δυσκολίες είναι πολλές γιατί το κράμα πρέπει να είναι καθαρό και συνεχές που να μην αφήνει κενά η ρωγμές.Εάν υπάρξει κάποια τέτοια ατέλεια η καμπάνα θα είναι άχρηστη γιατί δεν θα βγάζει καλό ήχο.Θέλει που λένε να καμπανίζει καλά.

Ανάλογα με το μέγεθος,το σχέδιο και τις λοιπές λεπτομέρειες,ο ήχος της καμπάνας βγαίνει δυνατός,με παλμούςκαι μελωδίες.

Στα κουδούνια των ζώων βασίζονταν οι ιδιοκτήτες.Τα άφηναν για βοσκή στο δάσος. Οσο άκουγαν τον ήχο των κουδουνιών, ήσαν ήσυχοι.

Οι ζωοκλέφτες που το γνώριζαν αυτό το πράγμα, έκαναν τρύπες στα κουδούνια και αυτά άλλαζαν ήχο. Έτσι ο πρώην ιδιοκτήτης δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον ήχο.

Οι μεγαλύτερες καμπάνες στον κόσμο είναι στο Κρεμλίνο της Μόσχας, στην Οσάκα της Ιαπωνίας και αλλού. Στη Ρωσική εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος στο Αγιο Ορος υπάρχει μιά καμπάνα δεκατριών τόνων. Το πώς την κατασκεύασαν και την μετέφεραν εκεί είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Πιστεύω ότι οι καμπανάδες τις μεγάλες καμπάνες τις κατασκεύαζαν επί τόπου και δεν τις μετέφεραν από άλλο μέρος..